γυργαθίον

γυργαθίον, το (Α) [γυργαθός]
δικτυωτό σακίδιο, με σανό ή χόρτο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γυργαθίῳ — γυργαθίον net neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάγουρον — Α (κατά τον Ησύχ.) «γυργάθιον». [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. τού καθημερινού λεξιλογίου, η οποία συνδέεται με τη λ. σαγήνη «αλιευτικό δίχτυ» και έχει σχηματιστεί κατά τα συνθ. σε ουρος, τα οποία, όμως, προέρχονται από διάφορους τ., όπως: ὁρώ, ὅρος, οὐρά] …   Dictionary of Greek

  • tu̯ā̆k-1, tuk- —     tu̯ā̆k 1, tuk     English meaning: to pull together, close up     Deutsche Übersetzung: etwa “fest umschließen, zusammenschnũren” (Gk. weiter also “fest hineinstopfen under likewise”)?     Material: O.Ind. tvanakti “zieht sich together”… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.